Κοινωνική Νευροεπιστήμη, Κοινωνική Παιδαγωγική και Εκπαίδευση

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Τι είναι η Κοινωνική Νευροεπιστήμη;

Η Κοινωνική Νευροεπιστήμη είναι ένα διεπιστημονικό ακαδημαϊκό πεδίο επικεντρωμένο στη μελέτη και στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους τα βιολογικά συστήματα εκδηλώνουν συμπεριφορές, συναισθήματα, σχέσεις, αλληλεπιδράσεις και αναπτύσσουν κοινωνικές διαδικασίες και δομές, καθώς και των τρόπων που αυτές οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, οι σχέσεις, οι αλληλεπιδράσεις, οι κοινωνικές διαδικασίες και δομές έχουν επιδράσεις στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα και γενικά στους βιολογικούς μηχανισμούς, αλλάζοντας τη δομή και τη λειτουργία τους, καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου (νευροπλαστικότητα / neuroplasticity).

Η Κοινωνική Νευροεπιστήμη διαφοροποιείται από τη Γνωστική και τις άλλες Νευροεπιστήμες, με δεδομένο ότι εστιάζει στον «κοινωνικό εγκέφαλο» και στα συναισθήματα, στις αλληλεπιδράσεις, στις σχέσεις και στις συμπεριφορές που αυτός δημιουργεί ζητήματα στα οποία εστιάζει και η Κοινωνική Παιδαγωγική.

Η αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης από τον χώρο της Παιδαγωγικής και της Εκπαίδευσης παρουσιάζει μία εκρηκτική ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Τι είναι η Κοινωνική Παιδαγωγική;

Η Κοινωνική Παιδαγωγική ως επιστήμη δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει κυρίως κοινωνικά και εκπαιδευτικά προβλήματα και αδιέξοδα και κατά τη -σχεδόν δύο αιώνων- πορεία της συνεισέφερε στην αναμόρφωση των κοινωνικών και των εκπαιδευτικών συστημάτων, στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.

Η Κοινωνική Παιδαγωγική έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και αναπτύσσει έναν ισχυρό διεπιστημονικό χαρακτήρα που αξιοποιεί πολλά επιστημονικά πεδία, για να συνδέσει την εκπαιδευτική θεωρία και έρευνα και την αποτελεσματική πράξη σε διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των ανθρώπων.

Η Κοινωνική Παιδαγωγική αποτελεί την ισχυρή βάση για όλες τις άλλες παιδαγωγικές προσεγγίσεις και ο ρόλος της είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την προσαρμογή, επιβίωση, εξέλιξη, ανάπτυξη, πρόοδο και ευημερία όλων των ατόμων (Παιδαγωγική, Ανδραγωγική, Γερανταγωγική, βασικοί κλάδοι της Κοινωνικής Παιδαγωγικής).

Η Κοινωνική Παιδαγωγική έχει ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογής σε διαφορετικούς τομείς, όπως σε διάφορες μορφές της εκπαίδευσης, στη διά βίου μάθηση, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην κοινωνική πρόνοια, στην ψυχοκοινωνική υγεία και αγωγή, στην κοινωνική και συναισθηματική αγωγή και ανάπτυξη, στη δημοκρατική εκπαίδευση, στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, στην εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην επαγγελματική κατάρτιση και ενσωμάτωση, στη διαχείριση κοινωνικο-εκπαιδευτικών κρίσεων και σε όλες τις περιπτώσεις που η κοινωνία αναλαμβάνει να επιλύσει ένα πρόβλημα, μελετώντας αντιλήψεις, συναισθήματα, συμπεριφορές και στάσεις και αξιοποιώντας τη δυναμική αλληλεπίδραση της κοινωνικής διάστασης της εκπαίδευσης και την παιδαγωγική διάσταση της της κοινωνικής ζωής.

Η Κοινωνική παιδαγωγική επιδιώκει τη βελτίωση, την αλλαγή και τη δυναμική αντιμετώπιση πολύπλοκων και προβληματικών καταστάσεων, με την αξιοποίηση της συστημικής προσέγγισης, της συνέργειας θεωρίας και πράξης, του διεπιστημονικού της χαρακτήρα, της ανάληψης προσωπικής και ομαδικής ευθύνης και με την ανάπτυξη οργανωμένων συλλογικών και συνεργατικών δράσεων και προγραμμάτων πρόληψης και παρέμβασης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεμελιώδης προτεραιότητα της Κοινωνικής Παιδαγωγικής είναι η ανάπτυξη επιστημονικών θεωριών, μεθοδολογίας, στρατηγικών και μοντέλων και η εφαρμογή προγραμμάτων, τεχνικών και δράσεων με σκοπό τη διασφάλιση της ποιότητας ζωής και της ευημερίας (wellbeing) των εμπλεκομένων και την ενδυνάμωση και ανάπτυξη θετικών σχέσεων, μέσα από μία ολιστική – συστημική προσέγγιση.

Προκειμένου η Κοινωνική Παιδαγωγική να αντιμετωπίσει τη σύγχρονη κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικό¬τητα με την υψηλή πολυπλοκότητά της, επαναπροσδιορίζει τον χωροχρόνο της εκπαίδευσης και συγκεκριμένα της σχολικής (τυπικής) εκπαίδευσης, δηλαδή εκπαίδευσης που αφορά στο σχολείο (χώρος) και στους μαθητές και στους νέους (χρόνος), υιοθετώντας μια διαφορετική αντιμετώπιση που επικεντρώνεται και στη διά βίου εκπαίδευση.

Η αποτελεσματικότητα της Κοινωνικής Παιδαγωγικής προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη διαμόρφωση του διαφορετικού «ισοζυγίου» ανάμεσα στην τυπική, τη μη τυπική και την άτυπη εκπαίδευση, ιδιαιτέρως μάλιστα με την κυριαρχία των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (Τ.Π.Ε).

Γενικά, η Κοινωνική Παιδαγωγική έχει ως όραμα να εκπαιδεύσει τα άτομα, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, να αγωνίζονται, προκειμένου να επιδιώκουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους την προσωπική τους πολύπλευρη ανάπτυξη, ώστε να γίνουν ικανοί να ζήσουν μία αυτεξούσια ζωή, με ισχυρό αξιακό σύστημα, με αίσθηση καθήκοντος, αξιοσύνη, με θετικές σχέσεις με τους άλλους, με υποστηρικτικές συμπεριφορές, αλληλεγγύη, προσφορά και πληρότητα. Να επιδιώκουν ταυτοχρόνως τη συνεργασία, την κοινωνική συμμετοχή, την κοινωνική δικαιοσύνη, την κοινωνική πρόοδο και ευημερία, επιδιώκοντας - με οργανωμένο μεθοδολογικά τρόπο - να αλλάξουν και να βελτιώσουν τις υφιστάμενες συνθήκες, αναλαμβάνοντας ουσιαστική κοινωνικοπαιδαγωγική δράση.

Κάθε κοινωνικοπαιδαγωγικό ενέργημα στηρίζεται στη μελέτη των συναισθημάτων, των αλληλεπιδράσεων, των σχέσεων, των αντιλήψεων, των στάσεων των συμπεριφορών, προκειμένου να αντιμετωπίσει ή και να προλάβει ένα πρόβλημα με στόχο τη βελτίωση, την αλλαγή, μέσα από την παρέμβαση και την πρόληψη πολύπλοκων και προβληματικών καταστάσεων.

Βασικά κοινωνικοπαιδαγωγικά ζητήματα:
Ενδεικτικοί άξονες:

Οι μειωμένες συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες, η έλλειψη κινήτρων και στόχων, η αντιμετώπιση του διαφορετικού, η ανάδειξη της αξίας του σεβασμού της ετερότητας και της μοναδικότητας του κάθε ατόμου, ο ενδοσχολικός εκφοβισμός, η οποιαδήποτε μορφή αντικοινωνικής συμπεριφοράς, η σχολική διαρροή, η έλλειψη δημοκρατικής εκπαίδευσης, η έλλειψη ομαδικότητας, συλλογικότητας και συνεργασίας, η μη αποτελεσματική επικοινωνία σχολείου, οικογένειας και κοινότητας, το ενδιαφέρον για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και τα πρόσωπα που βιώνουν κάθε είδους μειονεξία, η αντιμετώπιση των προσφύγων και των μεταναστών, η διαπολιτισμική επικοινωνία, η προστασία των ανθρώπων από κάθε είδους εκμετάλλευση, οι προκαταλήψεις, οι στερεοτυπικές αντιλήψεις, η εκπαίδευση σε σωφρονιστικά ιδρύματα σε ψυχιατρικές κλινικές και νοσηλευτικές κλινικές χρόνιας νοσηλείας, η κοινωνική μειονεξία και περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κ.ά.

Επιπροσθέτως, η κοινωνικοπαιδαγωγική δράση και παρέμβαση ενδιαφέρεται να συμβάλλει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση σχετικά νεοαναδυόμενων ζητημάτων, που οι Τ.Π.Ε. δημιουργούν, όπως είναι οι «ψηφιακά αδύνατοι» ή «ψηφιακά μειονεκτούντες» άνθρωποι, η έλλειψη «ψηφιακών ευκαιριών» και «ψηφιακών δυνατοτήτων», ο «κοινωνικός ψηφιακός αναλφαβητισμός», ο «ψηφιακός αποκλεισμός», το «ψηφιακό χάσμα» ο εθισμός στο διαδίκτυο, ο εκφοβισμός μέσω του διαδικτύου (cyber bullying), η «επαυξημένη πραγματικότητα» (augmented reality) κ. ά. και γενικότερα ζητημάτων προσαρμογής και επιβίωσης των ανθρώπων σε έναν ιδιότυπο «ψηφιακό κοινοτισμό», ο οποίος αποτελεί την εξέλιξη στο περιβάλλον του κυβερνοχώρου και πιθανόν να επηρεάζει σημαντικά το μέλλον.

 

Πώς συνδέεται η Κοινωνική Νευροεπιστήμη και η Κοινωνική Παιδαγωγική;

Η Κοινωνική Νευροεπιστήμη και η Κοινωνική Παιδαγωγική έχουν μεταξύ τους ισχυρή διεπιστημονική διασύνδεση.

Η βαρύτητα και η προτεραιότητα που δίνει η Κοινωνική Παιδαγωγική στη μελέτη των αλληλεπιδράσεων, των σχέσεων, των αντιλήψεων, των στάσεων των συμπεριφορών ταυτίζονται με τα θεμελιώδη ζητήματα που εξετάζει η Κοινωνική Νευροεπιστήμη, που είναι τα συναισθήματα, οι αλληλεπιδράσεις, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές που ο «κοινωνικός εγκέφαλος» δημιουργεί και αναπτύσσει. Δηλαδή, οι βασικές προτεραιότητες της Κοινωνικής Παιδαγωγικής αποτελούν θεμελιώδεις διαστάσεις της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης.

Με άλλα λόγια, οι θεμελιώδεις διαστάσεις της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης είναι ήδη ενσωματωμένες στην Κοινωνική Παιδαγωγική και αποτελούν βασικά στοιχεία της ταυτότητάς της, γεγονός που καθιστά την Κοινωνική Παιδαγωγική μία επιστήμη «εξοικειωμένη» και «έτοιμη» στο να αναπτύξει διεπιστημονικές συνέργειες με την Κοινωνική Νευροεπιστήμη και «έμπειρη» στο να αξιοποιήσει αυτές τις συνέργειες στην αποτελεσματική αντιμετώπιση κοινωνικο-παιδαγωγικών ζητημάτων και στη βελτίωση και αλλαγή των εκπαιδευτικών και κοινωνικών συνθηκών.

Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα υποστηρίζει ότι οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις, σήμερα περισσότερο από ποτέ, είναι αναγκαίες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο υψηλός βαθμός πολυπλοκότητας των διογκούμενων σύγχρονων ζητημάτων. Ένας σημαντικός αριθμός ερευνών έχει αναδείξει ότι η Κοινωνική Νευροεπιστήμη αναπτύσσει ισχυρές διεπιστημονικές συνέργειες με τον χώρο της εκπαίδευσης και γενικά με τις Επιστήμες της Αγωγής.

Μέσα σε ένα διεπιστημονικό πλαίσιο, στον διεθνή χώρο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνεται μία συνεχής και εκρηκτική αύξηση ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης στην παιδαγωγική σκέψη και στην εκπαιδευτική πρακτική, παρέχοντας τη γνώση για έναν αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό κοινωνικοπαιδαγωγικών προγραμμάτων στο σχολείο, καθώς και προγραμμάτων Ανδραγωγικής / εκπαίδευσης ενηλίκων και Γερανταγωγικής / εκπαίδευσης ηλικιωμένων.

Σύμφωνα με το J. Ward στο βιβλίο του (2016) The Student's Guide to Social Neuroscience, «η Κοινωνική Νευροεπιστήμη στοχεύει στο να δημιουργήσει γέφυρες μεταξύ διαφορετικών επιπέδων εξήγησης της κοινωνικής συμπεριφοράς». Σε αυτό το πλαίσιο, ενδεικτικοί τίτλοι κεφαλαίων του συγκεκριμένου βιβλίου είναι: Κεφ. 4: Συναίσθημα και παρακίνηση, Κεφ. 5: Διαβάζοντας πρόσωπα και σώματα, Κεφ. 6: Καταλαβαίνοντας τους άλλους, Κεφ. 7: Αλληλεπιδρώντας με τους άλλους, Κεφ. 8: Σχέσεις, Κεφ. 9: Ομάδες και ταυτότητα, Κεφ.10: Ηθική και αντικοινωνική συμπεριφορά (Ward, 2016, pp. vii-viii).

Αντιστοίχως, το βιβλίο The Oxford Handbook of Social Neuroscience (Decety & Cacioppo, 2011) αναδεικνύει τη σύνδεση των ερευνητικών αποτελεσμάτων της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης με βασικές προτεραιότητες της Κοινωνικής Παιδαγωγικής, όπως η κοινωνική συμπεριφορά και ο κοινωνικός εγκέφαλος. Ενδεικτικά κεφάλαια είναι: η εξελικτική βάση του κοινωνικού εγκεφάλου (κεφ. 3), η νευροβιολογία του κοινωνικού δεσμού (κεφ. 9), η Κοινωνική Νευροεπιστήμη των κινήτρων (κεφ. 10), το συναίσθημα, η συνείδηση και η κοινωνική συμπεριφορά (κεφ. 12), οι στάσεις (κεφ. 13), η αναγνώριση των συναισθημάτων (κεφ. 16), διαχωρισμός ταυτοτήτων και εκφράσεων ως δομικό στοιχείο της κοινωνικής αντίληψης (κεφ. 26), η αντίληψη του ατόμου (κεφ. 27), η διαμόρφωση της εντύπωσης ως εστίαση στις προθέσεις των άλλων (κεφ. 28), η Νευροεπιστήμη της ηθικής και του συναισθήματος (κεφ. 32), κατοπτρικοί νευρώνες και κοινωνική συνείδηση (κεφ. 35), η Κοινωνική Νευροεπιστήμη της ενσυναίσθησης (κεφ. 37), ο αλτρουισμός (κεφ. 38), ο πόνος της απόρριψης και τι έχει αναδείξει η Κοινωνική Νευροεπιστήμη για την αντίδραση του εγκεφάλου στην κοινωνική απόρριψη (κεφ. 39), η κοινωνική προσαρμογή του συναισθήματος (κεφ. 41), οι ομαδικές διεργασίες και η κοινωνική υπεροχή (κεφ. 47), οι μηχανισμοί ρύθμισης των αντιδράσεων μέσα σε μία ομάδα (κεφ. 48), η ορατή κοινωνική απομόνωση ως κοινωνική απειλή και οι επιπτώσεις στην υγεία (κεφ. 50), τα κοινωνικά νευροεπιστημονικά μονοπάτια σύνδεσης της κοινωνικής στήριξης με την υγεία (κεφ. 53), η γνωστική νευροεπιστήμη της στρατηγικής σκέψης (κεφ. 62), ο κοινωνικός εγκέφαλος στην εφηβεία και ο πιθανός αντίκτυπος της κοινωνικής νευροεπιστήμης στην εκπαίδευση (κεφ. 65), η επιρροή των ηλεκτρονικών παιχνιδιών στις κοινωνικές, γνωστικές και συναισθηματικές πληροφοριακές διεργασίες (κεφ. 66) και ηθικά, νομικά και κοινωνικά θέματα της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης (κεφ. 67).

Ο Cozolino στο βιβλίο του The Social Neuroscience of Education (2013), στο κεφάλαιο 7 περί ενδοσχολικού εκφοβισμού (bullying), αξιοποιώντας ερευνητικά αποτελέσματα και τεκμηρίωση από την Κοινωνική Νευροεπιστήμη αναδεικνύει την ανάγκη της βελτίωσης και της αλλαγής της σχολικής κουλτούρας, της κοινωνίας και της οικογένειας, για τη μείωση του ενδοσχολικού εκφοβισμού (bullying), εφαρμόζοντας κοινωνικό-παιδαγωγικά προγράμματα στο σχολείο που εκτείνονται στην κοινωνία (Cozolino, 2013, pp. 110-123).

Όπως προκύπτει, η Κοινωνική Νευροεπιστήμη είναι συνυφασμένη με την εκπαίδευση και τα κοινωνικό παιδαγωγικά προγράμματα σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης, στην υγεία, στην εργασία κ.ά., σε όλο το ηλικιακό φάσμα του ανθρώπου.

Συνεπώς, η διεπιστημονική συνέργεια της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης και της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και της Εκπαίδευσης είναι αναγκαία -αλλά και πρωτοποριακή σύμφωνα και με τα διεθνή δεδομένα στη σημερινή εποχή- και εξαιρετικά αποδοτική για την παροχή υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης σε ένα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα, που επιδιώκει την ανταπόκριση στις πολυπαραμετρικές απαιτήσεις και στις μεταβαλλόμενες εκπαιδευτικές, παιδαγωγικές, κοινωνικές, πολυπολιτισμικές ανάγκες του σύγχρονου κόσμου.

 

Θα έχουν οι απόφοιτοι του ΔΠΜΣ παιδαγωγική επάρκεια;

Το Διατμηματικό Π.Μ.Σ. «Κοινωνική Νευροεπιστήμη, Κοινωνική Παιδαγωγική, και Εκπαίδευση» (Social Neuroscience, Social Pedagogy and Education) χορηγεί Πιστοποίηση Παιδαγωγικής και Διδακτικής επάρκειας στους αποφοίτους του.

 

Έχει ξεκινήσει η λειτουργία του ΔΠΜΣ;

Η λειτουργία του ΔΠΜΣ ξεκίνησε στο εαρινό εξάμηνο του 2020. Τα πρώτα μαθήματα του Α΄ εξαμήνου σπουδών έγιναν στο Μαράσλειο, με φυσική παρουσία και συνεχίζουν, λόγω των ειδικών συνθηκών (COVID-19), μέσω διαδικτύου, με σύγχρονη εκπαίδευση και με όλη τη σχετική υποστήριξη που χρειάζεται σε κάθε μάθημα (λειτουργία συνεργατικών ομάδων φοιτητών και εκτός μαθήματος, τηλεσυνεργασίες, επικοινωνία με τους Καθηγητές κ.ά.).

 

Πρέπει κάποιος να έχει Πτυχίο συγκεκριμένης Σχολής για να γίνει δεκτός στο ΔΠΜΣ;

Το Διατμηματικό Π.Μ.Σ. «Κοινωνική Νευροεπιστήμη, Κοινωνική Παιδαγωγική, και Εκπαίδευση» (Social Neuroscience, Social Pedagogy and Education) δέχεται τους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης Τμημάτων όλων των Σχολών ΑΕΙ και ΑΤΕΙ (της ημεδαπής ή αναγνωρισμένων της αλλοδαπής), που ενδιαφέρονται για την αξιοποίηση της διεπιστημονικής συνέργειας της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης, της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και της Εκπαίδευσης, όπως π.χ. εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων, ιατρούς, βιολόγους, στελέχη της Εκπαίδευσης, της Υγείας, της Κοινωνικής Μέριμνας, της Διά βίου Μάθησης, της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, στελέχη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, οργανισμών και οργανώσεων, κυβερνητικών και μη κυβερνητικών, και φορέων υλοποίησης προγραμμάτων (εκπαιδευτικής πολιτικής, κοινωνικοπαιδαγωγικών κ.ά.) παρεμβάσεων και δράσεων και γενικά όσους επιστήμονες – ερευνητές επιθυμούν να αποκτήσουν επιστημονική εξειδίκευση σε ζητήματα της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και της Κοινωνικής Νευροεπιστήμης, καθώς και την ιδιότητα του κοινωνικού παιδαγωγού, σύμφωνα και με τα διεθνή πρότυπα.

 

Πότε θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία υποβολής της Αίτησης υποψηφιότητας;

Η υποβολή της υποψηφιότητας γίνεται σε δύο στάδια:
α) με κατάθεση σε έντυπη μορφή στο διάστημα των εγγράφων -όπως αναφέρονται στην προκήρυξη- στη Γραμματεία του Π.Τ.Δ.Ε., Ναυαρίνου 13Α, ισόγειο (τηλέφωνο: 210 3688013), ταχυδρομικά (με συστημένη αποστολή και με ημερομηνία ταχυδρομικής σφραγίδας). Τα έγγραφα αυτά δεν επιστρέφονται μετά την κατάθεσή τους.
β) με αποστολή στο email: msc-snspe@primedu.uoa.gr, τριών εγγράφων από αυτά που κατατέθηκαν στη Γραμματεία και συγκεκριμένα: i) Αίτηση συμμετοχής (τη συμπληρώνετε ηλεκτρονικά), ii) Βιογραφικό Σημείωμα (το συμπληρώνετε ηλεκτρονικά) και iii) σύντομο Υπόμνημα αυτοπαρουσίασης (personal statement).

Το δεύτερο στάδιο αποτελεί απαραίτητη συμπληρωματική διαδικασία και δεν αντικαθιστά την υποβολή του συνολικού φακέλου υποψηφιότητας, σε έντυπη μορφή, στη Γραμματεία του Π.Τ.Δ.Ε.

 

Τι πρέπει να περιέχει το σύντομο Υπόμνημα αυτοπαρουσίασης;

Στο Σύντομο Υπόμνημα αυτοπαρουσίασης (personal statement) ο υποψήφιος/φια αναφέρει ορισμένα στοιχεία, προκειμένου να παρουσιάσει -με τον προσωπικό του /της τρόπο- τον εαυτόν του/της, σε σχέση με το ΔΠΜΣ, αναδεικνύοντας παράγοντες που δείχνουν κυρίως: α) το επιστημονικό του/της υπόβαθρο και β) τα κίνητρα, τους στόχους και τις προσδοκίες του/της.

Ενδεικτικοί (και όχι υποχρεωτικοί) άξονες θα μπορούσαν να είναι:

  • επιστημονικό και επαγγελματικό (αν υπάρχει) υπόβαθρο,
  • λόγοι επιλογής του συγκεκριμένου ΔΠΜΣ (επίσης, γιατί στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του/της επιλέγει να υποβάλει υποψηφιότητα για το συγκεκριμένο ΔΠΜΣ),
  • επιστημονικά - ερευνητικά και γενικότερα ενδιαφέροντα,
  • βαθμός εξοικείωσης, μέχρι σήμερα, με κάποιο ή κάποια από τα αντικείμενα του ΔΠΜΣ.
  • προσδοκίες από το ΔΠΜΣ,
  • επαγγελματικά σχέδια και στόχοι,
  • σημαντικά στοιχεία της ζωής του/της υποψηφίου/φίας που επιθυμεί να αναφέρει και εκτιμά ότι επηρέασαν τη μέχρι τώρα πορεία του/της και τον τρόπο σκέψης και δράσης του/της.

 

Πότε θα γίνονται τα μαθήματα του ΔΠΜΣ;

Τα μαθήματα, σεμινάρια κ.λπ. διεξάγονται δύο ή τρεις ημέρες την εβδομάδα, μετά το μεσημέρι και ώρες 15.00-21.00 [μπορεί να είναι: 15.00-18.00 ή/και 18.00-21.00] ή κατά περίπτωση Σάββατο πρωί (10.00-13.00) και η παρακολούθησή τους είναι υποχρεωτική. Για παράδειγμα, κατά το τρέχον εξάμηνο, οι φοιτητές/τριες του Α΄ εξαμήνου σπουδών έχουν μαθήματα κάθε Δευτέρα και Παρασκευή απόγευμα και Σάββατο πρωί.